Mario Di Francesco
(Καλλιτέχνης μινιμαλίστας / πραγματιστής και κριτικός τέχνης)

Η ΜΟΥΣΑ

Η πιθανή ποίηση. Τοίχοι, κονίαμα, ασβέστης. Από το λευκό και πάνω στο λευκό, λεπτά χρώματα διαφαίνονται σ' ελαφριές, αέρινες και κρυφές μορφές.

Αίσθημα και συναίσθημα. Μαγεία που περιβάλει το μπουμπούκι στην αύρα της Άνοιξης για το πρώτο πέταγμα της πεταλούδας.
Ο Αλεξανδρινός μύθος, φιγούρα σύμβολο που απεθύνεται στους δικούς του ανθρώπους και τους παρακινεί προς τη νίκη, ορίζει την ενότητα της ζωγραφικής διαλέκτου.
Και ξανάρχεται στο μυαλό μου το δέσιμο του Κάστορα και του Πολυδεύκη στα κομμάτια που έχουν απομείνει από τις νωπογραφίες της Πομπηίας.

Ο ηθοποιός παίζει ένα ρόλο για να φέρει στην επιφάνεια την αλήθεια.
Η Τέχνη ενώνει το αποτύπωμα με τη σκέψη.
Ο καλλιτέχνης ξαναβρίσκει τα αποτυπώματα του παρελθόντος και στη δράση του χρόνουαντιπαραθέτει μια δημιουργική και σωτήρια αντίδραση του παρόντος. Βουβές εικόνες, που από τη σιωπή αντλούν δύναμη και διαλεκτικότητα. Καθρέφτης που αποκαλύπτει την ψυχή.
Και να, λοιπόν, η φυσική και πνευματική εικόνα.
Το συνειδητό Εγώ και το ψυχολογικό Εγώ.
Η καθημερινή αγάπη και η αθώα αγάπη. Κανένας ανταγωνισμός, αλλά μια γιορτή μυστικιστική που απλώνει στον αιθέρα χαρούμενες και χρωματιστές λάμψεις και υγροποιήσεις σε σουρεαλιστικές ακολουθίες περιπλανώμενων φώτων σε μυστηριώδεις βυθούς θαλασσών. Αλήθεια που απλώνεται ελκύει.
Παρουσίες που οδηγούν συνειδητές φαντασιώσεις.

Αναπλήρωση υλικής ιερότητας και προαγωγή προς ένα άλλο πεπρωμένο. Πλησίασμα των καλούμενων στοιχείων ενός μακρινού παρελθόντος, διαβρωμένου και μερικές φορές πονεμένου, με χαρούμενες γιρλάντες από λουλούδια της Μποτιτσελιανής ελπίδας.
Το νόημα του έργου βρίσκεται στην εξαιρετική αθωότητα και αισιοδοξία, αλλά και στην πίκρα και την ειρωνία, στη χαμογελαστή σύνθεση μπροστά στο χρόνο που κυλάει, στην ορθολογική συνείδηση του απτού κόσμου και στην ανορθολογικότητα του ασυνείδητου.

Ελένη Νέστορα

Ξυπνά
Μάγισσα αέρινη
Κραυγή μοναχική σχίζει τη σιωπή
Βλέμμα υγρό
Κάλεσμα μεθυστικό
Κρυφά ηδονικό
Παιχνίδισμα γέλιου
Αχτίδα κοφτερή νεογέννητου φωτός
Τέμνει το σκοτάδι
Άνοιξη
Αέναο ταξίδι ζωής νικά το θάνατο
Λίγο μετά τη χειμερία νάρκη των αισθήσεων
Λίγο πριν το μέστωμα των καρπών
Αναγέννηση

Άννα Σαββατοπούλου
(Αρχαιολόγος - Ξεναγός)

Παλαιότερα είδα τα δέντρα της. Σκούρα σταχτιά σε λαδί φόντο. Στα χρώματα της γης πατούσε, με σιγουριά κι αγάπη. Κι έφτιαχνε δέντρα, μ' ικετευτικά κλαδιά και ρίζες ανάγλυφες σαν φλέβες. Μετά είδα τ' αχνά, χλωμά πρόσωπα, σαν από άγγιγμα χεριού φτιαγμένα κι όχι από χέρι.
Πρόσωπα ακίνητα στο χρόνο μόλις γεννιούνταν, νεογέννητα τ' άρπαζε ο μουσαμάς και τα κρατούσε εκεί, ανώριμα μισά. Όπως ο έρωτας μέσα στο χρόνο.
Ήταν ο αντίπαλος θαρρείς κι όχι η φωνή, αυτό που μένει κι όχι αυτό που 'ρχεται. Ήταν ορόσημα, ανεμοδείκτες, σημεία. Κι ύστερα είδα τις μπαλαρίνες, το νέο κύκλο, την ελπίδα.
Με χάρη, κρυφό ερωτισμό και προσμονή. Ήσαν κι αυτές ημιτελείς. Με χρώματα ροζ, πορτοκαλιά, παρμένα απ' το ηλιοβασίλεμα.
Κι είδα κι αγγέλους και αγίους και τον "Ευαγγελισμό" με τη σοβαρότητα που ταιριάζει σε βυζαντινή ζωγαραφική. Μου θύμιζαν γάλλους ζωγράφους. Είχαν το όνειρο του Chagalle, τη μελωδικότητα του Degas, μα και δεν έμοιαζαν σε κανένα.
Γιατί η Ελένη στέκεται σεμνά άλλα και μαχητικά απέναντι στη φύση και στους ανθρώπους, στον κόσμο που μας περιβάλει. Δημιουργεί σχολή με αυτοσχέδιες τεχνικές και ύφος με χρώματα που υποβάλουν ένα μυστικισμό ιδιόρρυθμο.
Τα έργα της αντλούν απ' το παρελθόν, αφουγκράζονται το παρόν και στέκουν στο μέλλον. Είναι γνήσια έργα τέχνης. Είναι τα παιδιά μιας μεγάλης δημιουργού και ανθρώπου.

Ιορδάνης Καμπάς
(για την έκθεση στην Γκαλερί Κ7 - Θεσσαλονίκη)

Η Ελένη Ανδρονικίδου επιλέγει να αναπαραστήσει την στατικότητα χρησιμοποιώντας το χρώμα ως κύριο συστατικό της τέχνης της. Έτσι, εντάσσει μια ισορροπία χρωμάτων μέσα σε μια διαρκή και αέναη κίνηση που παγιδεύει το βλέμμα και το κατευθύνει πέρα και μακριά από εκεί που μια ορθολογιστική σκέψη θα μπορούσε να παραμείνει.
Ενώ με την πρώτη ματιά φαίνεται να κυριαρχεί μια απαισιόδοξη όσο και μακρινή αίσθηση της πραγματικότητας, η έκρηξη του κόκκινου που κυριαρχεί δείχνει μια άλλη άποψη για τη ζωή και την κίνηση που αρκετές φορές εκπλήσσει. Η έννοια του αφηρημένου και της έντονης εκφραστικής δύναμης που εμπεριέχονται στο έργο της φαίνεται να ορίζεται αυθαίρετα χωρίς να υπόκειται σε συγκεκριμένες επιρροές και κυρίως όχι του εξωτερικού χώρου. Μια έντονη εσωτερικότητα αναδεικνύεται που προσκαλεί το εξωτερικό βλέμμα σ' ένα διάλογο -βουβό- με τον πίνακα και που προκαλεί σταδιακά την περιέργεια καθώς το έργο της προχωρεί.
Υπάρχει μια συνθετική ολοκλήρωση στους πίνακες που εκτίθενται στη γκαλερί Κ7, πίνακες της πιο πρόσφατης παραγωγής που δένονται απόλυτα με το σήμερα και παράλληλα αναδεικνύουν μια καινούργια σχέση σ' ότι αφορά την απεικόνιση ορισμένων πραγμάτων που άπτονται της καθημερινότητας. Ίσως εδώ να βρίσκεται το πιο σημαντικό στοιχείο της τέχνης της Ανδρονικίδου. Πίσω από τις μόλις διακρινόμενες μορφές που φαίνονται να χάνονται στη δίνη των χρωμάτων μπορεί κανείς να ανακαλύψει πάρα πολλά, αρκεί να το θελήσει. Είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με την πιο προκλητική ανταπόκριση.


       powered by
VDimitris @ Νάουσα